Τζούλια Στιούαρτ: συνέντευξη στη Στέλλα Κάσδαγλη

2016-05-19 12:07
Τζούλια Στιούαρτ: συνέντευξη στη Στέλλα Κάσδαγλη


Για να πω την αλήθεια, δεν έχω προλάβει ακόμα να διαβάσω κανένα από τα μυθιστορήματα της Τζούλια Στιούαρτ [Julia Stuart]. Τα πρώτα πράγματα που μου τράβηξαν το ενδιαφέρον στο site της, όμως, όταν την αναζήτησα με αφορμή το International Creative Writing Summer School που διοργανώνει το Βρετανικό Συμβούλιο, από 30 Μαΐου μέχρι 24 Ιουνίου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ήταν α) το γεγονός ότι ξεκίνησε την καριέρα της ως δημοσιογράφος, β) το πόσο κόντρα έρχεται η δημόσια εικόνα της στο πρότυπο του τυρα(γ)νισμένου γραφιά και γ) τα φανταστικά εξώφυλλα των βιβλίων της – ειδικά του The Matchmaker of Périgord, το οποίο περιμένω εναγωνίως να μου έρθει πακετάκι από το Amazon (και το οποίο έχει ήδη διασκευαστεί για το κινηματογράφο, ενώ ήταν υποψήφιο και για ένα σημαντικό λογοτεχνικό βραβείο της Βρετανίας –αν και, όπως λέει η ίδια, «το απόγειο της δόξας μου το έζησα όταν η οικογένεια Ομπάμα διάλεξε ένα από τα μυθιστορήματά μου για τις καλοκαιρινές τους διακοπές»). Σκέφτηκα, λοιπόν, να τη ρωτήσω για όλα αυτά, και να τι μου απάντησε.

Σε τι διαφέρει η δουλειά του δημοσιογράφου από εκείνη του συγγραφέα;
Ως συγγραφέας, μυθιστοριογράφος, όχι μόνο επιλέγεις μόνος σου το θέμα για το οποίο θα γράψεις, αλλά έχεις και τη δυνατότητα να το επινοήσεις από την αρχή. Αυτή η ελευθερία, όμως, έχει και τους κινδύνους της: δεν έχεις κανένα απολύτως σημείο αναφοράς και τίποτα χειροπιαστό για να στηριχτείς πάνω του. Επίσης το διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο όταν γράφεις ένα μυθιστόρημα: ένα βιβλίο μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή με πολλούς υπέροχους τρόπους, με την ίδια ευκολία όμως μπορεί να σε βυθίσει και στη μεγαλύτερη απόγνωση αν, σηκώνοντας το κεφάλι σου από τον υπολογιστή μετά από 10 χρόνων δουλειά, ανακαλύψεις ότι κανένας δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτό που έχεις γράψει, πράγμα που σημαίνει ότι θα μπορούσες μια χαρά τόσο καιρό να τα πίνεις στην παμπ με τους φίλους σου.

ένα βιβλίο μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή με πολλούς υπέροχους τρόπους, με την ίδια ευκολία όμως μπορεί να σε βυθίσει και στη μεγαλύτερη απόγνωση αν, σηκώνοντας το κεφάλι σου από τον υπολογιστή μετά από 10 χρόνων δουλειά, ανακαλύψεις ότι κανένας δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτό που έχεις γράψει  

Έχεις ζήσει σε πολλά διαφορετικά μέρη. Έχει αλλάξει το γράψιμό σου στη διάρκεια όλων αυτών των ταξιδιών, είτε ποσοτικά είτε στην ουσία του;
Έχω ζήσει στη Γαλλία, την Ισπανία, το Μπαχρέιν, την Αίγυπτο και την Ουαλία. Τα ταξίδια μου δεν έχουν αλλάξει τον τρόπο που γράφω, αλλά σίγουρα έχω επηρεαστεί. Το πρώτο μου μυθιστόρημα, The Matchmaker of Périgord, διαδραματίζεται στη Γαλλία, λόγω της αγάπης που έχω γι’ αυτό το μέρος. Στο επόμενο μυθιστόρημά μου, The Last Pearl Fisher of Scotland, αναφέρομαι στα μαργαριτάρια του Μπαχρέιν (βρήκα ένα από αυτά ενώ έκανα κατάδυση εκεί). Και, καθαρά για δική μου διασκέδαση, έχω βάλει στόχο σε κάθε μυθιστόρημα που γράφω να υπάρχει και μια αναφορά στο Σουάνσι της Νότιας Ουαλίας, όπου είχα δουλέψει για ένα διάστημα. Ήταν ζόρι το να μπορέσω να στριμώξω τη λέξη «Σουάνσι» σε ένα βιβλίο μυστηρίου γύρω από μια δολοφονία, με φόντο το Ανάκτορο του Χάμπτον Κορτ, αλλά τα κατάφερα.

Πιστεύεις ότι οι συγγραφείς πρέπει μόνο να γράφουν; Θέλω να πω, είναι καλύτερο για τη δουλειά τους το να είναι αφοσιωμένοι στην τέχνη τους ή θεωρείς βιώσιμο (ίσως ακόμα και προτιμότερο) να ασχολούνται με τη συγγραφή ως μερική απασχόληση; Με άλλα λόγια, πιστεύεις ότι οι περιορισμοί που θέτει μια “κανονική” δουλειά σκοτώνει ή ενισχύει τη δημιουργικότητα ενός συγγραφέα;
Για τους περισσότερους συγγραφείς είναι απαραίτητη μια “κανονική δουλειά”, καθώς είναι πάρα πολύ δύσκολο να ζήσει κανείς αποκλειστικά από το γράψιμο. Και δε νομίζω ότι αποτελεί εμπόδιο, καθόλου μάλιστα, αν εξαιρέσει κανείς τους χρονικούς περιορισμούς. Θα μπορούσε κάποιος να έχει όλο το χρόνο στη διάθεσή του και να μην ολοκληρώσει ποτέ ούτε ένα μυθιστόρημα. Ή να γράψει ένα τρομερά βαρετό βιβλίο γεμάτο θαυμαστικά.

Όλα σου τα βιβλία έχουν υπέροχα εξώφυλλα. Πόσο σχολαστική είσαι με την επιλογή τους; Και τι είναι αυτό που σε κάνει να ξετρελαθείς με ένα εξώφυλλο ή να το μισήσεις;
Είμαι τυχερή γιατί όλα τα εξώφυλλα των βιβλίων μου μ’ αρέσουν πολύ. Στις βασικές αγορές μου –τη Βρετανία και την Αμερική – έχει τύχει να προτείνω μόνο μικρές αλλαγές, στις γραμματοσειρές, ας πούμε. Σύμφωνα με τα συμβόλαιά μου, οι εκδότες έχουν υποχρέωση να παίρνουν την έγκρισή μου για κάθε εξώφυλλο, πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο (είναι στάνταρ πρακτική), αλλά στο εξωτερικό ελάχιστοι είναι εκείνοι που μπαίνουν στον κόπο να κάνουν κάτι τέτοιο. Οπότε βλέπω τα εξώφυλλα μόνο όταν λαμβάνω το κουτί με τα δωρεάν αντίτυπα που δικαιούμαι – κι αυτό συχνά συμβαίνει μήνες αφότου κυκλοφορήσει το βιβλίο. Πάντα είναι αποκάλυψη για μένα – και πολύ συχνά ενθουσιάζομαι. Όλα τα εξώφυλλα βρίσκονται συγκεντρωμένα στο site μου, γιατί το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον να συγκρίνει κανείς το πώς δουλεύουν σε κάθε χώρα ξεχωριστά.

Τα βιβλία σου έχουν εξαιρετικές κριτικές στο Amazon και στο Goodreads. Είσαι “συγγραφέας των social media”; Σ’ αρέσει να χρησιμοποιείς το ίντερνετ και γενικά την τεχνολογία προκειμένου να προωθήσεις τη δουλειά σου ή προτιμάς να μην μπεις καν σ’ αυτή τη διαδικασία;
Δε νομίζω ότι είμαι και πολύ, αλλά μάλλον θα έπρεπε, γιατί έχει όφελος τελικά. Πρόσφατα μυήθηκα στο Twitter, αλλά πολύ συχνά ξεχνιέμαι, παρασύρομαι από την καθημερινότητα της πραγματικής μου ζωής. Οι αναγνώστες μου επικοινωνούν μαζί μου κυρίως μέσω της επίσημης σελίδας μου στο Facebook ή μέσω του site μου. Τα βρίσκω πολύ συγκινητικά αυτά που μου γράφουν και τους χρωστώ τεράστια ευγνωμοσύνη.

Θα μπορούσε κάποιος να έχει όλο το χρόνο στη διάθεσή του και να μην ολοκληρώσει ποτέ ούτε ένα μυθιστόρημα. Ή να γράψει ένα τρομερά βαρετό βιβλίο γεμάτο θαυμαστικά.  

Θεωρείς λοιπόν την ανάγνωση λογοτεχνίας μοναχική ή κοινωνική εμπειρία; Και η τεχνολογία πώς πιστεύεις ότι επιδρά στη μία και στην άλλη διάσταση;
Για μένα το να διαβάζει κανείς λογοτεχνία είναι καθαρά μοναχική εμπειρία, παρότι είναι ωραίο να έχεις και κάποιον στην άλλη άκρη του καναπέ να σου ζεσταίνει τα πόδια (ψάχνω να προσλάβω κάποιον για τη θέση αυτή, να ξέρετε). Η τεχνολογία δε μ’ έχει επηρεάσει καθόλου απ’ αυτή την άποψη, παρότι πρόσφατα φόρεσα ένα φακό στο κεφάλι για να διαβάζω ενώ έκανα αφρόλουτρο στην μπανιέρα.

Τι σκοπεύεις να διδάξεις στο International Creative Writing Summer School του Βρετανικού Συμβουλίου στην Αθήνα; Θέλω να πω, ποια κομμάτια από την τέχνη της συγγραφής θεωρείς ότι μπορούν να διδαχτούν και ποια όχι;
Η τεχνική διδάσκεται. Εγώ θα καλύψω το κομμάτι της πλοκής, των μηχανισμών που δίνουν ώθηση στην αφήγηση, του διαλόγου, του σασπένς και του πώς σχεδιάζει κανείς ένα ολόκληρο μυθιστόρημα. Κυρίως όμως θα αφιερώσω χρόνο στην προσωπική πρακτική δουλειά των σπουδαστών, γιατί θεωρώ ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να βελτιωθεί κανείς.

Ποιο θεωρείς ότι είναι το σημαντικότερο πράγμα που έχεις να μάθεις στους σπουδαστές σου;
Η σημασία του να έχει κανείς να πει μια πολύ δυνατή ιστορία και πού μπορεί να τη βρει, αν δεν την έχει ήδη.

Πιστεύω ότι το καλό γράψιμο χρειάζεται κότσια, θυσίες, περιέργεια και απόλυτη πίστη στην ιστορία που θέλει κανείς να διηγηθεί.  

Σε ένα άρθρο του Guardian για σένα υπάρχει η φράση: «Εμφάνιση: Απροσδόκητα πρόσχαρη για συγγραφέα». [Σ.τ.Σ.: πράγματι!] Τι πιστεύεις για την ιδέα του βασανισμένου γραφιά; Πρέπει οπωσδήποτε να είναι κανείς δυστυχισμένος, υπερβολικά προβληματισμένος σε σχέση με το νόημα της ζωής, να παίρνει ναρκωτικά ή να είναι αλκοολικός για να γράψει σπουδαία πράγματα;
Έχω γνωρίσει ένα σωρό βασανισμένους δημόσιους υπαλλήλους. Και δε νομίζω ότι το καλό γράψιμο έχει να κάνει με υπαρξιακές αγωνίες ή με εθισμούς, παρότι η ίδια η διαδικασία μπορεί να αποδειχτεί πολύ επώδυνη, για το λόγο ότι ένας συγγραφέας δημιουργεί πράγματα που μπορεί όντως να απορριφθούν από τους πάντες. Ισορροπεί επικίνδυνα λοιπόν ανάμεσα στην αυταπάτη ότι το μυθιστόρημά του θα γίνει τεράστια επιτυχία και στην ακλόνητη πεποίθηση ότι είναι απλώς μια τεράστια βλακεία. Πιστεύω ότι το καλό γράψιμο χρειάζεται κότσια, θυσίες, περιέργεια και απόλυτη πίστη στην ιστορία που θέλει κανείς να διηγηθεί.

*Η Julia Stuart, μαζί με τον Adam Baron, θα διδάξουν Fiction (μυθοπλασία), στο πλαίσιο του Council’s International Creative Writing Summer School του British Council, στην Αθήνα από τις 30 Μαΐου ως τις 10 Ιουνίου 2016. Το Summer School περιλαμβάνει και πολλά ακόμα ενδιαφέροντα workshops, για τα οποία μπορείτε να βρείτε πληροφορίες εδώ.

Πηγή : diastixo.gr