Γιάννης Ζιώγας: συνέντευξη στην Ιωάννα Ασσάνη

2016-03-10 18:23
Γιάννης Ζιώγας


Ο Γιάννης Ζιώγας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1962. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κατέχει μεταπτυχιακό δίπλωμα στις Καλές Τέχνες (MFA) από τη Σχολή Εικαστικών Τεχνών της Νέας Υόρκης (1991). Το 2013 ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου για τον Στάμο και την έννοια του πεδίου. Έχει πραγματοποιήσει είκοσι ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Διδάσκει ζωγραφική στο Εργαστήρι Τέχνης Χαλκίδας από το 1998 και από το 2006 στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών. Για το έργο του έχουν γραφεί κριτικές στον ελληνικό και διεθνή τύπο. Έχει γράψει κείμενα για τη θεωρία της τέχνης, καθώς και πολλά βιβλία, ανάμεσά τους: Ο βυζαντινός Μάλεβιτς, Ο Ταρκόφσκι στη Χαλκίδα και Όψεις Λογοκρισίας (συλλογικός τόμος).

 

Από το 2006 είστε επίκουρος καθηγητής στη Σχολή Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της Φλώρινας. Από το 2007 και μέχρι σήμερα πραγματοποιείτε τη δράση με τίτλο, Εικαστική πορεία προς τις Πρέσπες. Ποιος είναι ο χαρακτήρας της δράσης;

Η δράση αυτή έχει ως σκοπό να δημιουργήσει ένα άνοιγμα προς μια πραγματικότητα πέρα από εκείνο που είναι προσδιορισμένο. Η έναρξή της Πορείας συνέπεσε με την έναρξη λειτουργίας του Τμήματος Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών, που είναι η τρίτη Σχολή Καλών Τεχνών που ιδρύθηκε στην Ελλάδα. Τα ιδιαίτερα πολιτιστικά χαρακτηριστικά αυτής της σχολής είναι ο διασυνοριακός της χαρακτήρας, η θέση της στην ύπαιθρο και η συνομιλία που γίνεται στη Φλώρινα με την πρόσφατη ελληνική πολιτική ιστορία. Θεώρησα ως ένας καλλιτέχνης του λεγόμενου Κέντρου ότι ευρισκόμενος σε μια τέτοια οριακή θέση δεν είχα δικαίωμα να παραμείνω στους τοίχους (και τείχη) μιας Accademia, αλλά αντίθετα είχα κάθε λόγο να επιχειρήσω μια περαιτέρω έξοδο προς το πέραν. Και αυτό το πέραν είναι οι Πρέσπες.

Υπηρετεί περισσότερο την εκπαιδευτική ή την καλλιτεχνική διαδικασία; Επιδιώκει επίσης την ατομική ή τη συνολική παραγωγή ενός έργου;

Κάθε δράση που σχετίζεται με την τέχνη δεν μπορεί παρά να έχει ένα ευρύτερο πολιτιστικό χαρακτήρα. Δίχως αυτόν τον χαρακτήρα, η καλλιτεχνική δραστηριότητα δεν αποτελεί παρά μόνο μια πράξη ναρκισσιστικής αυτοϊκανοποίησης, που για εμένα είναι παντελώς αδιάφορη. Επομένως, η καλλιτεχνική πρακτική είναι ενιαία, δεν είναι ούτε αποκλειστικά ατομική ούτε κυρίως αισθητική, ούτε ατομική ούτε συλλογική. Είναι ένα όλον, θα έλεγα ένα αναξιμάνδρειο άπειρο. Σε αυτό το πλαίσιο η Εικαστική Πορεία προς τις Πρέσπες εφαρμόζει την προσέγγιση όπου οι διαχωρισμοί παύουν να υφίστανται, όπου το σώμα καθίσταται ένα εργαλείο βίωσης, όπου οι βεβαιότητες αναθεωρούνται κι όπου η περιοχή των Πρεσπών, αλλά και ευρύτερα των Βαλκανίων, καθίσταται μια αχανής ερευνητική ζώνη που ενεργοποιεί καλλιτεχνική πρακτική. Το σύνολο αυτών των πρακτικών υπερασπίζονται το δικαίωμα (διότι θεωρώ ότι είναι δικαίωμα) του καλλιτέχνη στην ευθύνη που έχει, μια ευθύνη σε κάθε πτυχή και εκδοχή αυτού του Όλον στο οποίο δραστηριοποιείται.

Υπάρχει κάποιος κεντρικός άξονας που διαπερνά τα έργα που κατά καιρούς παρουσιάζετε –δημιουργία δράσεων,  συγγραφή βιβλίων, δημιουργία προγραμμάτων. Για παράδειγμα, το ομαδικό έργο: Αόρατες Πόλεις, τα βιβλία: Ο Ταρκόφσκι στη Χαλκίδα, το Ημερολόγιο ενός Πολιτιστικού Πρόσφυγα, η δράση: Εικαστική πορεία προς τις Πρέσπες κ.α.;

Όπως ανέφερα και στην προηγούμενη ερώτηση, όλα αυτά δεν αποτελούν θραύσματα ή διασπάσεις, τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω, αλλά επεισόδια ενός στοχασμού που από τότε που τον ξεκίνησα, πολύ νέος, παράγει τα απότοκα τα οποία όλα είναι εικαστικοί στοχασμοί και οπτικές καταθέσεις. Ένα καλλιτεχνικό έργο δεν είναι αντι/κείμενο, αλλά ζώσα πραγματικότητα που μορφοποιείται με οιοδήποτε διαθέσιμο τρόπο. Στο έργο μου Ασπίδα του Αχιλλέα 1978-2013, το απωθημένο μιας μνήμης εργάστηκα (και συνεχίζω να εργάζομαι) τα τέσσερα τελευταία χρόνια στο φιλόξενο χώρο της Γλυπτοθήκης, υπό διαμόρφωση Γρηγοριάδη, σε μια διαδικασία ανοικτότητας ενός ανοικτού χώρου, όπου ένα προσωπικό βίωμα μετασχηματίστηκε από μια σχεσιακή πρακτική σε μια διαρκώς προεκτεινόμενη εγκατάσταση.

Σε ό,τι με αφορά προσωπικά –αυστηρά προσωπικά και μόνον– νιώθω ότι ένα εγχείρημά μου δικαιώνεται όταν οπτικοποιείται με τρόπο που να ενεργοποιεί βιωματικές προσεγγίσεις στο θεατή.

Θεωρείτε ότι ένα έργο τέχνης μπορεί να ξεφύγει από την ατομική του ταυτότητα και να καταλήξει σε μια καθολική;

Τόσο στην Ασπίδα του Αχιλλέα 1978-2013, το απωθημένο μιας μνήμης, αλλά και στην Εικαστική Πορεία προς τις Πρέσπες (αλλά και με όλη την πρακτική μου) οι διαδικασίες επιχειρούν να μετασχηματίσουν το μερικό μέσα από νοητά σχήματα σε ευρύτερες έννοιες: το κουρέλι στο μονοπάτι είναι η ανθρώπινη δυστυχία και η προσπάθεια σωτηρίας. Το παγωμένο αεράκι της Φλώρινας, ο αέρας ως στοιχείο μεταμόρφωσης του τοπίου και των πραγματικοτήτων. Το κείμενο μιας μεγάλης αφήγησης όπως η Ιλιάδα μετασχηματίζεται σε απωθημένο προσωπικής Μνήμης, τελικά όμως Μνήμης. Θα μπορούσα να αναφέρω εκατοντάδες τέτοια παραδείγματα όπου η βίωση του μερικού μετασχηματίζεται σε ευρύτερα νοητά σχήματα. Ο κίνδυνος σε αυτή την προσέγγιση είναι να μην εκπέσει αυτή η αφαιρετικοποίηση σε φορμαλισμό. Στο βαθμό που κάποιος δεν λησμονεί τη βιωματική αφετηρία που σχημάτισε την Ιδέα, αυτός ο κίνδυνος αποφεύγεται. Υπάρχει μια αποφασιστική εμπειρία που μετασχηματίζει κάποια από τις εκατοντάδες εμπειρίες της καθημερινότητας σε στοχαστικά εφαλτήρια. Αυτήν την αποφασιστική εμπειρία για κάθε ένα από όσα τελικά κατασταλάζουν στην καλλιτεχνική πορεία δεν την ξεχνώ ποτέ.

Κατά πόσο ένας καλλιτέχνης μπορεί να επαναπροσδιορίσει ένα έργο που προέκυψε από μια συνολική διαδικασία –όπως αυτή των ομαδικών δράσεων ή της έρευνας–  και να το αναγάγει σε ατομικό, καλλιτεχνικό έργο; Υπάρχει κάποια μέθοδος ή εναπόκειται στην απλή εφαρμογή μιας ιδέας;

Όλα είναι ένας διαρκής κύκλος: μια περίοδος εξωτερίκευσης θα τη διαδεχθεί μια ανάγκη εστίασης και κατόπιν πάλι μια εξωτερίκευση. Ουσιαστικά όμως κινούμαι πάνω σε μια κυλιόμενη πατρίδα, και αυτή είναι η Τέχνη. Σε αυτή την πατρίδα δεν υπάρχουν διαχωρισμοί ατομικό/ συλλογικό. Στην Τέχνη όλα είναι όλα.

Πόση σημασία έχει για εσάς η διαδικασία παραγωγής ενός έργου και σε ποια σημεία εστιάζεται η αξία του;

Η διαδικασία παραγωγής, η υλικότητα και ο στοχασμός είναι ένα αδιαίρετο δίδυμο όπου το απτό της ύλης καθίσταται τόσο αναγωγικό όσο και οι ιδέες του στοχασμού, ενώ ο στοχασμός καθίσταται και αυτός απτός με τη σειρά του. Η αξία του έργου (αν μπορούμε ακόμη να μιλάμε με αξιολογικά κριτήρια) βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο κατά πόσο η υλικότητα δικαιώνει το στοχασμό και στο κατά πόσο ο στοχασμός προβάλλεται στην ύλη.

Γιάννης Ζιώγας

Θεωρείτε πως η ερευνητική διαδικασία –όταν αυτή υπάρχει– κατέχει τον κύριο και ουσιαστικό λόγο του έργου ή δεν φτάνει αυτό να επικυρώσει την αξία του;

Είναι τόσο πολυποίκιλα και χαοτικά τα παραδείγματα στην τέχνη που καλό θα είναι αυτό το ερώτημα να παραμείνει ανοικτό. Σε ό,τι με αφορά προσωπικά –αυστηρά προσωπικά και μόνον– νιώθω ότι ένα εγχείρημά μου δικαιώνεται όταν οπτικοποιείται με τρόπο που να ενεργοποιεί βιωματικές προσεγγίσεις στο θεατή.

Ερευνητής ή καλλιτέχνης;

Δύο μη διαχωριζόμενες ιδιότητες.

Κατά πόσο ένα καλλιτεχνικό έργο, είτε ατομικό είτε συνολικό, ή ακόμα και με τη μορφή ενός καλλιτεχνικού κινήματος, μπορεί να έχει τη δύναμη να επηρεάσει ή ακόμα και να αλλάξει τον ρου της ιστορίας (κοινωνικοπολιτικά/ καλλιτεχνικά);

Ένα έργο από μόνο του, όπως και οτιδήποτε από μόνο του, δεν μπορεί να αλλάξει τον ρου της Ιστορίας. Η Ιστορία είναι ένα σύνολο φαινομένων που αλληλοεπιδρούν. Έχουμε ζήσει στην Ιστορία της Τέχνης την ανάγκη της θεωρίας να ανάγει κάποια έργα ως «σταθμούς» ή να μετασχηματίζει καλλιτέχνες ή και κινήματα σε «ήρωες». Αποδείχτηκε με τις αποδομήσεις των τριάντα τελευταίων χρόνων ότι τέτοιες προσεγγίσεις είναι δεσμευτικές, προβάλλουν στερεότυπα εποχής και ελάχιστα συμβάλλουν στον διάλογο. Με όλη την κριτική που μπορεί κανείς να κάνει στη μεταμοντέρνα προσέγγιση, το θετικό είναι ότι μας βοήθησε να ξεφύγουμε από τα «μεγάλα» δεσμευτικά σχήματα. Τα έργα είναι ρους της ιστορίας, και όχι καθαυτή η Ιστορία.

Ποια η γνώμη σας για τη στρατευμένη Τέχνη; Υπήρξε ποτέ; Εμφανίζεται σήμερα;

Η στρατευμένη τέχνη είναι ένα ιστορικό φαινόμενο συνδεδεμένο με τα πολιτικοκοινωνικά κινήματα του 20ού αιώνα. Σήμερα υπάρχει η πολιτική τέχνη που προσφέρει στον/ην καλλιτέχνη τη δυνατότητα να παρεμβαίνει/ σχολιάζει την κοινωνική πραγματικότητα χωρίς επιβεβλημένες κομματικές ατζέντες. Θεωρώ ότι ζούμε στην εποχή μας τα συγκλονιστικότερα έργα πολιτικής τέχνης που, με ένα ιδιαίτερο τρόπο (πολύμορφο και εύστοχο), αποτελούν ουσιαστικές παρεμβάσεις στα κρίσιμα κοινωνικά φαινόμενα.

«Επικίνδυνο» το έργο τέχνης δεν είναι ποτέ. Το έργο τέχνης δεν είναι αντικείμενο, είναι σημείο συνάντησης ιδεών, στοχασμών και ανθρώπων.

Επιμεληθήκατε/ ερευνάτε το θέμα της Λογοκρισίας στην Ελλάδα (στο βιβλίο Όψεις Λογοκρισίας στην Ελλάδα), μαζί με την ομάδα που συστήσατε για την περίπτωση αυτή προκειμένου να εκτεθεί το θέμα ως μέρος ενός ομότιτλου συνεδρίου. Το εκθεσιακό υλικό που έχει δημιουργηθεί όμως παρουσιάζεται μέχρι τώρα μόνο στο διαδίκτυο, σε ειδική σελίδα, πριν ακόμα εκτεθεί με τον συνήθη καλλιτεχνικό τρόπο στον προαποφασισμένο του χώρο. Η λογοκρισία που παρουσιάζετε στην έρευνά σας φαίνεται να γίνεται η ίδια το αντικείμενο του καλλιτεχνικού έργου μετατρέποντας τον αρνητικό της χαρακτήρα σε θετική λειτουργία, όμως πόσο τελικά το θέμα λειτουργεί καθοδηγητικά, ακυρωτικά ή επικυρωτικά ως προς το τελικό αποτέλεσμα του έργου και της παρουσίασής του;

Το εν λόγω εκθεσιακό υλικό δεν παρουσιάστηκε στον συνήθη εκθεσιακό του χώρο διότι λογοκρίθηκε ωμά. Η έκθεση αυτή είχε προγραμματιστεί και ανακοινωθεί ότι θα γινόταν, αλλά μόλις δυο βδομάδες πριν την παρουσίασή της και ενώ το υλικό ήταν στο τελικό στάδιο, η έκθεση ακυρώθηκε, ο επιμελητής σπιλώθηκε –ως προς την καλλιτεχνική του τιμή– το πρόγραμμα σκίστηκε (!!!) και αφαιρέθηκαν οι σελίδες που αφορούσαν αποκλειστικά την έκθεση. Μια θλιβερή υπόθεση, η πρώτη λογοκριτική πράξη μιας, υποτίθεται, νέας εποχής (παλαιάς κοπής ωστόσο). Εργασία δεκατριών χρόνων, με εθνική και διεθνή αποδοχή, κονιορτοποιήθηκε από όσους τελικά φοβούνται. Ως προς τα υπόλοιπα ερωτήματα, απαντιούνται και αυτά με όσα αναφέραμε στις προηγούμενες ερωτήσεις: η λογοκριτική πρακτική των ολίγων ενεργοποίησε μια σχεσιακή διαδικασία και το έργο τέχνης και το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης θεωρώ πως θα αποκατασταθεί.

Πόσο «επικίνδυνο» για την κοινωνία μπορεί να είναι ένα έργο τέχνης (στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον) και εάν ναι, με ποιον τρόπο γίνεται;

«Επικίνδυνο» το έργο τέχνης δεν είναι ποτέ. Το έργο τέχνης δεν είναι αντικείμενο, είναι σημείο συνάντησης ιδεών, στοχασμών και ανθρώπων. Στο σταυροδρόμι αυτό συναντάμε τον Άλλο, το Διαφορετικό, εκείνο στο οποίο μπορεί και να εναντιωνόμαστε. Αν στο σταυροδρόμι που ορίζει ένα έργο βρεθούν δειλοί, άνθρωποι ανίκανοι να διαπραγματευτούν αυτό το οποίο δεν είναι εκείνο που θεωρούν ότι είναι οι ίδιοι, τότε η δειλία τους θα σχηματίσει επικινδυνότητες και, σε κάποιες περιπτώσεις, ακραία φαινόμενα.

Οι «τοπικές» καλλιτεχνικές σας αναζητήσεις επιδιώκουν να έχουν μια ατομική ταυτότητα ή στέκονται στον καθολικό χαρακτήρα της Τέχνης;

«Τοπικό» δεν υπάρχει, διότι όπου κι αν σταθούμε αναφερόμαστε σε μια μεγάλη νομαδική στοχαστική κοινότητα, την κοινότητα των καλλιτεχνών. Η όποια διαδικασία αυτογνωσίας έχει ταυτόχρονα μια καθολικότητα, αλλιώς θα είναι σημαντική μόνο για εκείνον που την πραγματοποιεί.

Γιάννης Ζιώγας

Υπάρχει κάποιος κεντρικός σκελετός επάνω στον οποίο κινείται το συνολικό σας έργο;

Με ενδιαφέρει η χαοτική φύση των πραγματικοτήτων και οι διαδικασίες μέσα από τις οποίες αυτές οι χαοτικές καταστάσεις υλοποιούνται σε διαδρομές ατομικής και συλλογικής αυτογνωσίας. Τα τελευταία χρόνια, και κυρίως εξαιτίας της Εικαστικής Πορείας προς τις Πρέσπες, η θέση του σώματός μου στην εξέλιξη του έργου μου γίνεται ολοένα και πιο σημαντική. Ετοιμάζω μια έκθεση με θεματική τον Magnus Artisticus, ένα αυτοβιογραφικό σχόλιο για τον καλλιτέχνη και τη θέση του στις σύγχρονες πραγματικότητες, όπου διαπραγματεύομαι και τη σημασία του σώματος του καλλιτέχνη.

Το 2012 είχατε εκδώσει Το ημερολόγιο ενός ΠΔ 407/80. Το βιβλίο κινείται ως ημερολόγιο που αποκτά την εικόνα ενός ντοκουμέντου (η πορεία ενός Έλληνα καλλιτέχνη στη δεκαετία του 2000). Παράλληλα στο άρθρο σας «Αντί για εικόνες ας μιλήσουμε για λέξεις» αναφέρετε: [...] Χρειαζόμαστε λέξεις γιατί είναι σίγουρο ότι οι φόρμες δεν αρκούν πια [...] Το ερώτημα που σας θέτω είναι: Θεωρείτε τον εαυτό σας έναν καλλιτέχνη που υποκινεί τον εσωτερικό του διάλογο με σκοπό να τον εξάγει με οποιοδήποτε τρόπο ή έναν που εφευρίσκει και τους λόγους μαζί και το σύστημα μεταφοράς τους, δίνοντας την αξία στη συνολική παρουσία του έργου;

Θα μπορούσαν να υπάρχουν και άλλες απαντήσεις στις εκδοχές που αναφέρονται. Όπως ότι η καλλιτεχνική εικαστική πρακτική αντιμετωπίζεται ως μια ολότητα και σε αυτή την ολότητα τίποτα δεν «υποκινείται» και τίποτα δεν «εφευρίσκεται». Απλώς υπάρχει, προσδιορίζεται και κοινοποιείται μέσα από διαρκή στοχαστική πρακτική.

Υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός εικαστικού με έναν λογοτέχνη; Κι αν ναι, ποια είναι;

Οι διαφορές είναι τεράστιες και δεν είναι μόνο μία. Υπάρχει όμως και ένα, το πιο βασικό, σημείο συνάντησης: η στοχαστική αναγκαιότητα. Αυτήν αναζητώ όταν διαβάζω ένα λογοτεχνικό έργο και αυτή μπορεί να αποτελέσει μια ουσιαστική αφορμή οπτικοποίησης ενός λογοτεχνικού ερεθίσματος.

Σας ενδιαφέρει η δομή του λόγου ή ο ίδιος ο λόγος και το νόημά του;

Αν και θα ήθελα να αποφύγω τους δυισμούς, θα έλεγα ότι με ενδιαφέρει ο λόγος και το νόημά του (αν έπρεπε υποχρεωτικά να διαλέξω ένα από τα δύο). Η δομή με οδηγεί στον προβλεπόμενο φορμαλισμό και κάτι τέτοιο δεν εμπίπτει σε όσα με ενδιαφέρουν. Αντίθετα το νόημα, ακόμη κι όταν οδηγεί σε δομές που δικαιολογούνται από την αναγκαιότητα του νοήματος, και όχι από κλειστά αφαιρετικά σχήματα, αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη κατάθεση ενός στοχαστικού διαλόγου.

yannisziogas.com

BLOG έκθεσης: Η ΛΟΓΟΚΡΙΜΕΝΗ ΕΚΘΕΣΗ «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ! ΟΨΕΙΣ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1949-2013)»

Πηγή : diastixo.gr