«Ο Αργεντίνος...» του Πέτρου Γκάτζια

2017-05-03 09:00
«Ο Αργεντίνος...» του Πέτρου Γκάτζια

Ήταν δεν ήταν είκοσι. Ένα χαμένο αγόρι, που παρίστανε τον άνδρα. Μισός Έλληνας και μισός Αργεντίνος. Το πρωί κουβαλούσε κρέατα στην αγορά και το βράδυ χόρευε για να βρει την άλλη πατρίδα του, το Μπουένος Άιρες. Γονείς δεν είχε πια. Εδώ και χρόνια πάλευε μόνος του να μεγαλώσει. Η αργεντίνικη πόλη ζούσε μέσα απο τις διηγήσεις της γιαγιάς του. Εκείνος δεν πρόλαβε να την γνωρίσει και ίσως και να μην την δει ποτέ.

«Πώς ήταν τότε το Μπουένος Αιρες;» την ρωτούσε και η γριά, μια ξερακιανή Αργεντίνα, του μιλούσε για το σπίτι που μεγάλωσε, χαμηλό, μέσα σε ένα οικοδομικό τετράγωνο με πολλά ίδια σπίτια, στολισμένα όλα τους με αυλές γεμάτες κληματαριές και πολλή μουσική. Έβαζε τότε εκείνη μια πλάκα στο γραμμόφωνο και το «Volver» του Γκαρντέλ συνόδευε τις αναμνήσεις. Έπειτα γιαγιά και εγγονός αγκαλιάζονταν και τα κορμιά τους στροβιλίζονταν καθώς ακουγόταν ξανά και ξανά το «Mi Buenos Aires querido».

Ο Κάρλος Γκαρντέλ με τα χρόνια έγινε το Μπουένος Άιρες, η Αργεντινή, το άπιαστο όνειρο μιας καλύτερης ζωής, παρά την οικονομική κατάρρευση της χώρας. Εκείνες τις ώρες ο Νικηφόρος Καστριάτο, έπαυε να είναι ο «Νικηφόρος» και γινόταν μόνο ένας «Καστριάτο».

«Ήμουν κοριτσάκι» του έλεγε η γιαγιά «όταν ο Γκαρντέλ σκοτώθηκε σε εκείνο το αεροπορικό δυστύχημα στην Κολομβία, στο Μεντεγίν. Έκλαψα τότε πολύ. Τον θρήνησα σαν δικό μου άνθρωπο, όπως και εκατομμύρια Λατίνοι. Από τότε μέχρι και σήμερα βάζω κάθε μέρα να ακούσω τα τραγούδια του, τα πονεμένα τάνγκο της ψυχής του, στο παλιό γραμμόφωνο, όχι σε πικ-απ ή όπου αλλού, αλλά στην παλιά, βαριά πλάκα, με τις ατέλειες, για να θυμάμαι καλύτερα εκείνον και το στραβό του χαμόγελο».

Ο Καστριάτο άκουγε και δεν μιλούσε. Τον πατέρα του δεν τον θυμόταν και πατέρας του έγινε ο Γκαρντέλ. Λίγο πριν απο τα είκοσι άρχισε να συμπεριφέρεται περίεργα και τα βράδια χανόταν, εξαφανιζόταν στα μαγαζιά που έπαιζαν τάνγκο και ο κόσμος πήγαινε εκεί για να δει τους χορευτές και να μάθει λίγο απο τον αργεντίνικο χορό.

Στην αγορά το πρωί ήταν λιγομίλητος. Κανείς δεν τον πλησίαζε και κανέναν δεν πλησίαζε. Εκτελούσε τις εντολές με ακρίβεια, αδειάζοντας το μυαλό του απο κάθε σκέψη. Κοιμόταν ελάχιστα. Όλο το βράδυ χόρευε φορώντας ένα παλιομοδίτικο ριγέ κοστούμι και στενή γραβάτα, με τα μαλλιά του καλοχτενισμένα,γεμάτα μπριγιαντίνη και χαμογελούσε στραβά, όπως εκείνος.

Το ξημέρωμα στην αγορά, το μόνο που είχε απομείνει ήταν η μπριγιαντίνη και έτσι όπως φορούσε την λευκή ποδιά, που γέμιζε αίματα απο τα ζώα, θύμιζε άνθρωπο του Μεσοπολέμου ή της Κατοχής. Καμμιά φορά ξέμενε και το στραβό χαμόγελο, όταν έφερνε στο νου τι είχε κάνει λίγες ώρες νωρίτερα. Αλλά σταματούσε αμέσως γιατί δεν ήθελε να τον πάρουν είδηση οι άλλοι.

Ο Μπόρχες έγραφε για τον βαρύτονο Γκαρντέλ ότι πήρε τα κείμενα, τα τραγούδια του τάνγκο και τα έκανε ιστορίες, σύντομες δραματικές σκηνές, που δεν ξεπερνούσαν τα τρία λεπτά σε διάρκεια. Μελαγχολικά τραγούδια, με σημαντικά λόγια, όχι όπως στα πρώτα τάνγκο όπου οι λέξεις, υπερβολικά άσεμνες, δεν έβγαζαν νόημα. Λόγια για απιστίες, μπερδεμένα με λυγμούς.

Ο Καστριάτο δεν τα ήξερε όλα αυτά. Δεν είχε διαβάσει ποτέ του Μπόρχες και ούτε η γιαγιά του, μέχρι που πέθανε, δεν του είχε αναφέρει κάτι γι’ αυτόν. Το μόνο που του έλεγε ήταν πως η δική της μητέρα δεν την άφηνε να βγει στους δρόμους και να δει τους χορευτές. Ολα τα έβλεπε μέσα απο τα κάγκελα της αυλής της, όπως ο Αργεντίνος συγγραφέας – το μόνο κοινό που είχαν μεταξύ τους – χωρίς να το γνωρίζουν, πέρα απο την αστική τους τάξη.

Όσο και αν προσπαθούσε ο Νικηφόρος δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να δει κάτι ανάλογο έξω από τα κάγκελα της δικής του αυλής. Το πολύ πολύ να περνούσε κάποιος πλανόδιος πωλητής. Το μόνο σημαντικό που συνέβη ήταν το πέρασμα ενός μουσικού, μία φορά, πριν απο ένα χρόνο. Το θυμάται ακόμη γιατί ένιωσε για λίγο ότι βρισκόταν στο Μπουένος Αιρες.

Ήταν ένας άνδρας γύρω στα πενήντα, μελαγχολικός, αλλά το δοξάρι του έπιανε «φωτιά» όταν έπαιζε το «Tango nocturne», δυνατά και με πάθος, λες και δεν υπήρχε κοινό, αλλά ήταν μόνος μέσα στο σούρουπο. Κανείς δεν έβγαινε στα μπαλκόνια
ή στα παράθυρα για να τον ακούσει και ίσως γι’ αυτό να μην ξαναπέρασε από τον δρόμο. Ακόμη και ο Νικηφόρος προτίμησε να παραμείνει στο σπίτι του και να ακούει, με τα μάτια κλειστά και την σκέψη να τρέχει σε μια πόλη άγνωστη αλλά οικεία. Το βιολί τον ταξίδευε και νοσταλγούσε, έτσι όπως απέμεινε μόνος, τις κουβέντες που έλεγε με την γιαγιά του.

«Το τάνγκο» του έλεγε «χορεύεται από ζευγάρια, αγκαλιασμένα σφιχτά, που δεν χαλαρώνουν αυτή την αγκαλιά ακόμη και όταν οι κινήσεις, οι φιγούρες τούς δυσκολεύουν. Αυτοσχεδιάζουν, αλλά οι ρόλοι παραμένουν οι ίδιοι. Ο καβαλιέρος και η ντάμα. Εκείνος προτείνει τις κινήσεις και εκείνη ακολουθεί, αλλά τελικά και αυτός προσαρμόζεται. Ένας διάλογος, με δύο κορμιά που αντί να κάνουν έρωτα, χορεύουν».

Έτσι του έλεγε και έτσι θα είναι για να του το έλεγε. Αντί να κάνουν έρωτα, χορεύουν. Απ’ όλα αυτά τα λόγια, αυτό του έμεινε. Δεν ήξερε πώς να προσεγγίσει μια κοπέλα, αλλά θεωρούσε πως ο χορός θα τον βοηθούσε. Τα βήματα θα τον οδηγούσαν εκεί όπου έπρεπε.

Στην ζώνη του παντελονιού του, πίσω στη μέση, σφηνωμένο κάθε βράδυ ένα παλιό στιλέτο. Αργεντίνικο. Του παππού του που δεν γνώρισε ποτέ. Με ένα μικρό ελάττωμα στο ζύγι. Έγερνε ελαφρά προς τα δεξιά. Μ’ αυτό ο γερό-Καστριάτο είχε ξεπαστρέψει τρεις αγαπητικούς που τον διέκοψαν πάνω στον χορό με την γιαγιά του Νικηφόρου. Πέθανε στην φυλακή και δεν ξαναείδε ποτέ τα παιδιά του που έφυγαν για την Ελλάδα. Η γιαγιά του είχε τύψεις γι’ αυτό, αλλά είχε να διαλέξει ανάμεσα στο πάθος για τον άνδρα της και το μέλλον των παιδιών της. Δεν του έδωσε ποτέ όμως το μαχαίρι. Το πήρε ο ίδιος όταν εκείνη πέθανε. Πάντοτε του έλεγε ότι έμοιαζε πολύ στον παππού του και φοβόταν μήπως είχε την ίδια τύχη.

Με το στιλέτο στη μέση, τα βράδια, ένιωθε πολύ πιο ασφαλής. Το πρωί το έκρυβε μέσα στις κουβέρτες, στη ντουλάπα. Δεν χρειάζομαι μαχαίρι, έλεγε, έχω πολλά εκεί που πάω.

Σύμφωνα με έναν αστικό μύθο, εκεί γύρω στο 1915, ακόμη και ο Γκαρντέλ χτυπήθηκε σε καβγά, σε ένα μπαρ στο Μπουένος Αιρες. Δεν είχε όμως μαχαίρι, παρά τα γυμνά του χέρια. Ο άλλος τον πυροβόλησε και τον τραυμάτισε στο στήθος ή στο πόδι. Ο Γκαρντέλ επέζησε για να χαθεί τραγικά, χρόνια αργότερα. Ο άνθρωπος που τον πυροβόλησε, κατά μία εκδοχή, ήταν ο Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς, ο πατέρας του Τσε. Μ’ αυτόν τον τρόπο η ιστορία έπαιρνε μια πιο ηρωική διάσταση.

Εκείνο το βράδυ που τον γνώρισα φορούσε το γκρι ριγέ του κοστούμι, τα μαλλιά του κολλημένα –όπως πάντα– προς τα πίσω, τα παπούτσια του χορού να ξεχωρίζουν και το πρόσωπό του χλωμό λες και είχε μακιγιάζ.

Καθόταν στο απέναντι τραπέζι. Μου τράβηξε την πρόσοχή γιατί ήταν σκυθρωπός και έμοιαζε να βγήκε απο άλλη εποχή. Στην παρέα του ήταν ο μικρότερος. Άλλοι δύο άνδρες, μεσήλικες, και τέσσερις γυναίκες γύρω στα τριάντα πέντε με σαράντα. Εκείνος όμως διέφερε. Η γυναίκα που καθόταν δίπλα του, μελαχρινή, ντυμένη καλά και μ’ ένα έντονο κραγιόν στα χείλη. Εδειχναν ζευγάρι αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Δεν της μιλούσε όλο το βράδυ. Αντιθέτως εκείνη μιλούσε με όλους. Ο νεαρός –αργότερα έμαθα ότι τον έλεγαν Καστριάτο– την παρατηρούσε διαρκώς και πρόσεξα ότι της έσφιγγε συχνά το χέρι, σα να προσπαθούσε να την προειδοποιήσει. Εκείνη όμως τον αγνοούσε.

Ήπια μια γουλιά απο το κόκκινο κρασί μου, το αίμα του ταύρου, έτσι μου το είπαν, Αργεντίνικο βαρύ και στιφό κρασί. Τα ζευγάρια χόρευαν μπροστά μας. Μόνο η παρέα του Καστριάτο δεν είχε σηκωθεί. Μιλούσαν και γελούσαν, όλοι τους, εκτός από εκείνον. Ξαφνικά σηκώθηκε και προχώρησε προς τον άνθρωπο που έβαζε την μουσική. Του ψιθύρισε κάτι στ’ αυτί και σε λίγο η βαριά φωνή του Γκαρντέλ σάρωνε τα πάντα μέσα στο μπαρ.

Ο Καστριάτο με μία κίνηση τράβηξε κοντά του την μελαχρινή γυναίκα και τότε είδα το καλύτερο τάνγκο της ζωής μου. Τα δυο κορμιά αντί να κάνουν έρωτα χόρευαν. Και η γυναίκα, που μέχρι πριν απο λίγο έδειχνε αδιάφορη, τώρα τον κοιτούσε με πάθος και τον άγγιζε στο πρόσωπο και στο κορμί και εκείνος την πλησίαζε στα χείλη αλλά δεν την φιλούσε.

Για αρκετή ώρα το μόνο που έκανα ήταν να τους κοιτάζω. Δεν γνώριζα τότε λεπτομέρειες για την ζωή του Νικηφόρου Καστριάτο και αυτό που έβλεπα ήταν κάτι σαν ταξίδι στον χρόνο, σαν εισβολέας από άλλη εποχή.

Ξαφνικά ένας άνδρας σηκώθηκε απο το τραπέζι του. Πλησίασε το ζευγάρι που χόρευε και με μια κίνηση τράβηξε την γυναίκα κοντά του. Εκείνη στην αρχή ξαφνιάστηκε, αλλά στην συνέχεια αφέθηκε στα χέρια του νέου καβαλιέρου, ο οποίος έκανε κάτι ανατρεπτικό. Με ένα νόημα στην ορχήστρα, το κομμάτι άλλαξε απότομα αλλά η γυναίκα δεν έδειξε να νοιάζεται. Συνέχισε να στροβιλίζεται με την ίδια χάρη.
Μόνο εκείνος παρέμενε στην πίστα, άφωνος και ανίκανος να χειριστεί αυτό που είχε συμβεί. Εβλεπε την γυναίκα που συνόδευε να χορεύει το ίδιο αέρινα και αυτό τον ενοχλούσε, τον ενοχλούσε πολύ.

Πριν καλά καλά το καταλάβει το παλιό στιλέτο βρέθηκε στα χέρια του. Ήταν αποφασισμένος να σκοτώσει. Σαν τον παππού του. Ο αντίπαλος, ένας άνδρας γύρω στα πενήντα, χωρίς τίποτα το ηρωικό πάνω του, συνέχιζε να τον προκαλεί.

Ο Νικηφόρος χούφτωσε το μαχαίρι και κινήθηκε προς το μέρος του. Ηταν έτοιμος να τον χτυπήσει στα πλευρά όταν ο άλλος ξαφνικά κατέρρευσε.

Τότε, ο Καστριάτο βλέπει τον άνδρα να σηκώνει το χέρι εκλιπαρώντας για βοήθεια, μην μπορώντας να αναπνεύσει. Αφήνει το μαχαίρι να πέσει με θόρυβο στο πάτωμα. Ο άνθρωπος πέθαινε χωρίς την «βοήθεια» του Νικηφόρου, αντιθέτως ήθελε την βοήθειά του. Και εκείνη την στιγμή κάνει αυτό που του είχε μάθει καλύτερα η γιαγιά του: Σκύβει πάνω από τον άνδρα και αρχίζει να του κάνει μαλάξεις στο στήθος, να του δίνει το φιλί της ζωής, μέχρι που αρχίζει να αναπνέει ξανά και να τον κοιτάζει με ευγνωμοσύνη.

Ο άνδρας ζούσε και αυτό ήταν το σημαντικό. Ξαφνικά, ο Νικηφόρος κατάλαβε πως πάνω απο τους ηρωισμούς και την προσβολή είναι η ανθρώπινη ζωή που τόσο άστοχα ήθελε να αφαιρέσει.

Σε λίγο θα έφτανε το ασθενοφόρο. Γονάτισε, πήρε το στιλέτο, το κράτησε στα χέρια του και το ζύγιασε. Έγερνε ακόμη.

Το χαμόγελο παρέμενε στραβό στα χείλη του. «Ξημέρωσε» είπε στον εαυτό του. «Καιρός να πάω για δουλειά...»

 

 

πηγή : diastixo.gr