Μελέτες δοκίμια-Φρίντριχ Νίτσε: «Αγών Ομήρου» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

2016-03-03 14:45
Αγών Ομήρου Φρίντριχ Νίτσε πρόλογος – μετάφραση – σχόλια: Βαγγέλης Δουβαλέρης Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός


Το εξώφυλλο του βιβλίου εξόχως ελκυστικό, με δύο ονόματα ογκολίθους στον χώρο της παγκόσμιας πνευματικής κληρονομιάς, δεν είναι δυνατόν να περάσει απαρατήρητο και να μη συγκινήσει σχεδόν τους πάντες. Και λέω «σχεδόν» επειδή, δυστυχώς, «ναρθηκοφόροι μεν πολλοί, Βάκχοι δε παύροι», ή αλλιώς «αγεωμέτρητοι». Και αν η Γέννηση της τραγωδίας, του Νίτσε πάντα, από τη μουσική ήταν βουτιά στις πηγές της Τέχνης, τώρα ο Αγών Ομήρου κοιτάζει κατάματα την άβυσσο της ανθρώπινης φύσης. Ο Νίτσε, παρακάμπτοντας τον Σοπενχάουερ και τον Βάγκνερ, αναζητεί τη γνήσια Ελλάδα στους φιλοσόφους του 6ου και 5ου αιώνα και όχι στα κείμενα των συγχρόνων του. Αναζητεί «το ανθρώπινο, τα φοβερά κ’ ελεεινά στοιχεία του», θέλει με λίγα λόγια να μπει στην «καρδιά του Διονυσιακού… στην άγρια Πράξη».

Το βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας είναι δοκίμιο – Πρόλογος, ο τελευταίος (1872) από τους πέντε που γράφτηκαν για πέντε άγραφα έργα.

Βασικός άξονας της σκέψης του Νίτσε είναι «η ορμή για αλήθεια, οι προϋποθέσεις ενός πολιτισμού κ’ η εξύψωση των σκοτεινών και αβυσσαλέων πλευρών της ανθρώπινης φύσης». Τα παλαιότερα έργα του Νίτσε έμοιαζαν με παρτιτούρες, σ’ ετούτο όμως εδώ ο μεγάλος στοχαστής διαφέρει, αν και δεν γίνεται στεγνός ακαδημαϊκός. Οι εικόνες βίας και μίσους και θανάτου είναι το πρόβλημα που τον απασχολεί, εικόνες που τον κυνηγούν από τον Όμηρο· και το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί οι Έλληνες ευχαριστιούνται να τις διαβάζουν ή να τις βλέπουν. Η απάντηση του προλογίζοντος είναι ότι και ο ίδιος ο Νίτσε ήταν πολεμιστής και ότι ήθελε να χτυπηθεί με το «Τρομακτικό» και το «Αποτρόπαιο», να μάθει «τι είναι φόβος», να λύσει το αίνιγμα της Σφίγγας-Φύσης. Γιατί δεν υπάρχει όμορφη επιφάνεια χωρίς τρομερό βάθος (κάπως έτσι διατύπωσε και ο Νάσος Βαγενάς στη Βιογραφία του, «Ο Ορφέας στον επάνω κόσμο»: «Όμως τα σπίτια έχουν υπόνομους, επίσης. Λεπτοί οριζόντιοι σωλήνες σαν φλέβες μεταβιβάζουν στον κάτω κόσμο το περίσσευμα της μέρας. Από τέτοια υλικά είναι καμωμένη η ζωή… ακολούθησε τη νοητή τους προέκταση… ίσως κάποτε συναντήσεις την Ευρυδίκη»).

Οι εικόνες βίας και μίσους και θανάτου είναι το πρόβλημα που τον απασχολεί, εικόνες που τον κυνηγούν από τον Όμηρο· και το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί οι Έλληνες ευχαριστιούνται να τις διαβάζουν ή να τις βλέπουν.

Οι Έλληνες, λοιπόν, δεν «διαθέονται από ήρεμο μεγαλείο». Σαν «άγρια θηρία ήσαν», «σκληροί σαν την Φύση», και με μια σειρά από παραδείγματα στηρίζει το αξίωμά του: Ο Θεμιστοκλής δεν μπορεί να κοιμηθεί από φθόνο για τον Μιλτιάδη. Ο Ξενοφάνης και ο Πλάτων επιτίθενται στον Όμηρο. Η Τιτανομαχία της κερκυραϊκής αποστασίας και ο διάλογος με τους Μήλιους δείχνουν την πηγή της αγριότητας. Την «πρωταρχική φιλοσοφική ιδέα του ελληνικού δαιμονίου: την Έριδα, τον πόλεμο, τη Δίκη – τον Αγώνα». Και από εκεί ξεπηδούν οι Τέχνες και ο διονυσιασμός, «οι τίγρεις της καταστροφής». Αυτές είναι τα βασικά ορμέμφυτα του ανθρώπου στην ακραία έκφρασή τους. Ο Νίτσε, όπως και ο Ευριπίδης, έβγαλε στην επιφάνεια όλα τα δεδομένα (δεν είναι τυχαίο ότι στον Ευριπίδη και όχι στους άλλους τραγικούς στηρίχτηκε το ευρωπαϊκό θέατρο). Ωστόσο, στον Νίτσε άρεσε ο Αισχύλος και όχι ο Ευριπίδης ή ο Σοφοκλής.

Αγών Ομήρου Φρίντριχ Νίτσε πρόλογος – μετάφραση – σχόλια: Βαγγέλης Δουβαλέρης Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός

Τι συμβαίνει, όμως, με τον Όμηρο;

Ο άνθρωπος, στις ανώτερες και ευγενέστερές του ικανότητες, είναι όλος Φύση και φέρει μέσα του τον παράξενο δυϊσμό του. Οι απάνθρωπες πλευρές του είναι το γόνιμο έδαφος του ανθρωπισμού, από το οποίο ξεπηδούν η ορμή, οι πράξεις και τα έργα του. Οι Έλληνες χαρακτηρίζονται από βαναυσότητα, έναν πόθο τίγρης για καταστροφή. Το γνώρισμα αυτό «επί το βαρβαρικώτερον» το έχει ο Μεγαλέξανδρος. Προς επίρρωσιν των λεγομένων παραθέτει το γεγονός: ο Αλέξανδρος τρύπησε τα πόδια του Βάτι, τον έδεσε στην άμαξα ζωντανό και τον έσερνε στο χώμα, αναπαράγοντας έτσι την αντίστοιχη σκηνή του Αχιλλέα με τον Έκτορα. Και προκύπτει το ερώτημα, γιατί οι Έλληνες ευχαριστιούνταν από τις γλυπτές απεικονίσεις ανθρώπων με μυώνες μες στην άψη του μίσους, σώματα που σφαδάζουν πληγωμένα και ξεψυχάνε; Η απάντηση είναι ότι αυτό που βρίσκεται πίσω από τον ομηρικό κόσμο, η βία και η ζοφερότητα, απομακρύνονται από την καλλιτεχνική ακρίβεια του σχεδίου, τη γαλήνη και την καθαρότητα της γραμμής και το χέρι του Ομήρου που μας προστατεύει και μας οδηγεί.

Το αρχαίο ελληνικό δαιμόνιο, μας λέει, ανέχτηκε το τρομερό ένστικτο και το θεώρησε νόμιμο. Ο Ησίοδος κάνει λόγο για δύο Έριδες. Την καλή και την κακή. Η καλή είναι εκείνη που παρακινεί τους ανθρώπους στη δημιουργία. Όμως ο Νίτσε υποστηρίζει πως και ο Αριστοτέλης και όλη η αρχαιότητα ερμηνεύουν λάθος την Έριδα αυτή.

Και μετά πάει πιο πίσω, στους μύθους. Εξετάζει τη δράση, την πράξη της Έχιδνας, της Φιλότητας, της Απάτης και του Γήρατος. Το αρχαίο ελληνικό δαιμόνιο, μας λέει, ανέχτηκε το τρομερό ένστικτο και το θεώρησε νόμιμο. Ο Ησίοδος κάνει λόγο για δύο Έριδες. Την καλή και την κακή. Η καλή είναι εκείνη που παρακινεί τους ανθρώπους στη δημιουργία. Όμως ο Νίτσε υποστηρίζει πως και ο Αριστοτέλης και όλη η αρχαιότητα ερμηνεύουν λάθος την Έριδα αυτή. Η ζήλια είναι κινητήρια δύναμη· ο Ξενοφάνης ζηλεύει τον Όμηρο. Θέλει να κληρονομήσει τη δόξα του. Όμως ο άνθρωπος που ξεχωρίζει, γίνεται μισητός. Γι’ αυτό οι Εφέσιοι εξορίζουν τον Ερμόδωρο με την ευχή-εντολή: «κανείς ας μην είναι άριστος· ειδάλλως να φύγει». Γι’ αυτή την παραδοξολογία υπάρχει αιτία· αν κάποιος είναι άριστος, ο Αγώνας θα πάψει και δεν πρέπει. Ο οστρακισμός λοιπόν είναι προστασία του συστήματος. Κάθε χάρισμα αναπτύσσεται με τον Αγώνα και σκοπός του αγωνίζεσθαι για τους αρχαίους είναι η ευημερία του συνόλου. Με ευγενή άμιλλα πρέπει ο Αθηναίος να αναπτύξει τον εαυτό του. Η προσωπική δόξα είναι δόξα της πατρίδας. Πίνδαρος και Σιμωνίδης ζήλευαν ο ένας τον άλλο. Και είναι πολλά τα παραδείγματα που επικαλείται ο Νίτσε. Επιστρέφοντας στην άμιλλα, ή καλύτερα, αν βγάλουμε έξω την άμιλλα, βρισκόμαστε μπροστά στην άβυσσο του άγριου μίσους.

Κάθε τι εκτίθεται σε αντιδιαστολή με το παρόν. Για παράδειγμα, σήμερα, γράφει, αναζητεί κανείς το ελάττωμα σ’ ένα έργο τέχνης. Τότε αναζητούσε την πηγή της έμπνευσης. Η καλλιτεχνική πλευρά των Διαλόγων δεν άφηνε αδιάφορο τον Πλάτωνα. Το αντίθετο, μάλιστα. Την επιδίωκε. Η Ρητορική, η Σοφιστική, η Δραματουργία, που πέτυχε πλάθοντας μύθους καλύτερους από του Πρωταγόρα, σκηνοθετώντας ένα γοητευτικό Συμπόσιο και γράφοντας δημηγορίες σαν του Γοργία, εκεί αποσκοπούσαν. Οι τέχνες όλες μέσα στους διαλόγους του. Έξω από την άμιλλα, όμως, υπάρχει το μίσος και ο φθόνος και η καταστροφή. Η ύβρις, είτε αφορά πρόσωπα είτε πόλεις, υπάρχει για να τιμωρεί τον αλαζόνα. Έτσι τιμωρήθηκε και ο Μιλτιάδης και η Αθήνα και η Σπάρτη. Και ακολούθησε ο Αλέξανδρος, η «χοντροκομμένη απομίμηση και μικρογραφία της αρχαιοελληνικής Ιστορίας» που «επινόησε τον κοινώς νοούμενο Έλληνα και τον λεγόμενο “Ελληνισμό”».

Το βιβλίο, με τα συνοδευτικά κείμενα του προλογίζοντος-μεταφραστή-σχολιαστή, Βαγγέλη Δουβαλέρη, και του επιμελητή-σχολιαστή, Ήρκου Ρ. Αποστολίδη, είναι μικρό αλλά πυκνό, γοητευτικό, συναρπαστικό, τρομακτικό.

Αγών Ομήρου
Φρίντριχ Νίτσε
πρόλογος – μετάφραση – σχόλια: Βαγγέλης Δουβαλέρης
Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός
96 σελ.
ISBN 978-960-01-1708-0
Τιμή € 6,96
001 patakis eshop

Πηγή : diastixo.gr