Λογοτεχνικά κείμενα-«Στα λουτρά με τη μαμά και οι δεινόσαυροι απ’ έξω» της Μαρίας Κουγιουμτζή

2017-02-22 10:51
«Στα λουτρά με τη μαμά και οι δεινόσαυροι απ’ έξω»

Φωτογραφία: Αλέξιος Μάινας


Κι ύστερα ερχόταν η άμαξα κι η μαμά τυλιγμένη στη λευκή ερμίνα της χειμώνα καλοκαίρι, γιατί δεν άντεχε τα ρεύματα, τον οποιονδήποτε αέρα, χωνόταν στην κοιλιά της άμαξας, τραβούσε τις κουρτίνες, κι εγώ ξεθεωμένη ξάπλωνα στην αγκαλιά της, νανουρισμένη από το κλαπ κλαπ των αλόγων, ώσπου φτάνοντας στο σπίτι μπροστά στην πόρτα, έσκυβε και μου έλεγε στ’ αυτί φιλώντας με: ούτε λέξη στον μπαμπά.

Δύο φορές την εβδομάδα πηγαίναμε με τη μαμά στα λουτρά για την καθαριότητά μας. Εγώ στον ομαδικό θάλαμο, πάνω στο υπερυψωμένο τετράγωνο μάρμαρο, να με τρίβουν οι χοντρές γυμνές γυναίκες με κείνους τους μάλλινους τρίφτες που σε γδέρνουν, μπρος πίσω, χέρια πόδια, στήθος κοιλιά, με τα τεράστια μαστάρια τους να πηγαινοέρχονται πάνω μου, να γυαλίζουν το δέρμα μου με λάδια και αρώματα, και τέλος να με κατεβάζουν στο ζεστό πάτωμα, μισοναρκωμένη από το χαϊδολόγημα του τριψίματος. Η μαμά τριβόταν σε ιδιωτικό λουτήρα.

Όταν τελείωνα, αν και έτοιμη να αποκοιμηθώ, δεν ήθελα να χάνω το θέαμα της λουόμενης μητέρας και πήγαινα στον μοναχικό της λουτήρα. Οι άσπρες σαπουνάδες πάνω στο μελαψό, φωτεινό της δέρμα, σαν πρόωρο χιόνι καθισμένο στους λόφους του στήθους της, το έβλεπα να λιώνει από τη γλώσσα του νεαρού φύλακα των λουτρών, να ρέει στα πόδια της, όπου εκείνος μισόγυμνος χωνόταν ανάμεσά τους ενώ τα μαύρα μαλλιά της μητέρας σκέπαζαν τις νεανικές του πλάτες. Το νερό χυνόταν έξω απ’ τον λουτήρα, πεταγόταν σε πίδακες ως το χαμηλό ταβάνι, υψώνονταν σε κύματα, τους σκέπαζε, εκείνοι γλιστρούσαν σαν λαμπερά ψάρια κι εγώ πλησιάζοντας το πρόσωπό μου, άνοιγα το στόμα κι έπινα τις χλιαρές ψιχάλες που εκτοξεύονταν πάνω μου.

Όταν τελείωνε το μπάνιο μ’ έπιανε απ’ το χέρι και πηγαίναμε στο δωμάτιο του ξεϊδρώματος, ξαπλώναμε στα μιντέρια να χαλαρώσουμε, όπου, πριν βγούμε στον διάδρομο για την έξοδο, πίναμε αναψυκτικά και τρώγαμε λουκούμια. Ωραία ήταν.

Το μόνο που δεν μου άρεσε ήταν η αποτριχωτική σκόνη, βρομερή, λασπώδης, έγλειφε αυτή τα πόδια της μαμάς αντί της ρόδινης γλώσσας του νεαρού τρίφτη.

Κι ύστερα ερχότανε η άμαξα κι εγώ αποκοιμιόμουν στην αγκαλιά της καθώς μου έλεγε ιστορίες, πως μικρή όταν έκανε αταξίες την έκλειναν στον στάβλο, όμως καθόλου δεν φοβόταν, έπαιζε με τα άλογα, δεν τρόμαζε. Μόνο τα ρεύματα δεν άντεχε έλεγε, τα ρεύματα και τον αέρα, ούτε την παραμικρή ανάσα του. Πάντοτε ντυνόταν χειμωνιάτικα, φορώντας γούνες και καπέλα, μόνο στον λουτήρα δεν φοβόταν, κάλπαζε όπως μικρή στα άλογα.

Μια μέρα ο νεαρός φύλακας στάθηκε έξω από το σπίτι μας. Φορούσε άσπρο κουστούμι και ψάθινο καπέλο. Ήταν πανέμορφος.

Η μαμά κοίταζε απ’ το παράθυρο. Τράβηξε τη δαντελένια κουρτίνα κι άπλωσε τα μπράτσα της σα να ήθελε να τον πιάσει.

Ο μπαμπάς άρχισε να σπάζει τα πράγματα στο σπίτι, να φωνάζει και να χειρονομεί, τελικά έβγαλε γυμνή τη μητέρα στο χιόνι σέρνοντάς την από τα μαλλιά. Εκείνη έλιωσε σα νιφάδα κι ο νεαρός τρίφτης τριγυρνούσε με τα μαύρα.

Καθισμένη στην κουνιστή πολυθρόνα στο μπαλκόνι, με το φεγγάρι απέναντι κόκκινο σαν αίμα, τέτοιες ιστορίες έλεγα στον φανταστικό εαυτό μου.

Η μαμά τελειώνοντας τις δουλειές της ήρθε και κάθισε δίπλα μου, τι δροσερό αεράκι, είπε, κι έβγαλε την μπλούζα της να ξεϊδρώσει. Σήκωσε τα μαλλιά ψηλά στον σβέρκο της, πως θα ’θελα να κάνω ένα μπάνιο είπε, πάω ν’ ανάψω το θερμοσίφωνο.

Όσο η μαμά τραγουδούσε στο μπάνιο πέρασε ο ξανθός τσ ιγγάνος με τα καρπούζια. Άφησε ένα στην αυλή μας. Έλα να πάμε βόλτα, είπε. Έτρεξα, κι εκείνος σκύβοντας έτσι που τα μακριά μαλλιά του ανακατεύτηκαν με τη χαίτη του αλόγου του, μ’ άρπαξε, μ’ ανασήκωσε στον αέρα και με κάθισε μπροστά του. Τα μελαχρινά μπράτσα του κρατώντας τα χαλινάρια είχαν τυλιχτεί γύρω μου, η αναπνοή του άγγιζε τον τράχηλό μου. Σήμερα θα πάμε στο ποτάμι να κολυμπήσουμε είπε. Καθώς απομακρυνόμασταν η σκόνη που σηκώσαμε τύλιξε τη μαμά, που φρεσκοπλυμένη, με τα πόδια τεντωμένα στο πεζούλι, έτρωγε ήδη το καρπούζι.

Έξω, όχι πολύ μακριά, οι δεινόσαυροι ετοιμάζονταν να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον, ενώ οι υπόλοιποι άνθρωποι κάτω από τα διχαλωτά πόδια των θηρίων, τσαλαπατημένοι, κολυμπούσαν στο αίμα.

 

Η Μαρία Κουγιουμτζή γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1945. Εξέδωσε τις συλλογές διηγημάτων Άγριο βελούδο (Καστανιώτης, 2008), Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου​;​ (Καστανιώτης, 2011) και το μυθιστόρημα Κι αν δεν ξημερώσει​;​ (Καστανιώτης, 2013). Συμμετείχε στο συλλογικό​ έργο​: Ιστορίες βιβλίων (Καστανιώτης, 2014). Πρόσφατο βιβλίο της η συλλογή διηγημάτων Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ​ένα άγγιγμα (Καστανιώτης, 2016).

 

 

πηγή : diastixo.gr