Λογοτεχνικά κείμενα-«Παράθυρο στον Χρόνο» της Ελένης Λιντζαροπούλου

2016-04-21 10:05
«Παράθυρο στον Χρόνο» της Ελένης Λιντζαροπούλου


Έπεσα με το κεφάλι μέσα, ναι με το κεφάλι. Δεν ήξερα από πού να πιαστώ για να βγω. Ένα ατελείωτο στενό... ένα ατελείωτο... ένα στενό... Τι ήταν αυτό το «ατελείωτο και στενό» που με είχε καταπιεί δεν ήξερα να πω και να το κατονομάσω. Μόνο να το περιγράψω προσπαθούσα, αλλά ως να το κάνω κι αυτό μου ξέφευγε. Ήταν ασύλληπτο από το μικρό μου μυαλό.

Χθες συνέβη. Είμαι βέβαιη ότι ήταν χθες. Εκεί που καθόμουν και σκεφτόμουν. Τι να κάνω, σκεφτόμουν. Αυτό κάνουν οι άνθρωποι, σκέφτονται. Εκεί λοιπόν, με κατάπιε.

Πριν είχα κλάψει, σχεδόν παιδικά, με αυτόν τον γοερό ήχο και το στόμα ανοιχτό, σαν σε παρακαλετό. Είχα κλάψει. Ζαρωμένο το πρόσωπό μου, όπως εκείνες οι μάσκες της τραγωδίας. Μα, ναι, τώρα το συνειδητοποίησα πως έτσι κλαίμε. Κλαίμε σαν κι εκείνη τη μάσκα. Γι’ αυτό αναγνωρίζουν οι άλλοι τον πόνο μας, δεν είναι μόνο που τους έχει συμβεί, είναι που το κατανοεί η ανθρωπότητα και το κάνει πια συλλογική γνώση, δηλαδή τέχνη.

Αλήθεια, αυτό είναι η τέχνη;

Μπλέκονται τα πράγματα. Το πριν και το μετά διαπλέκονται. Πότε έκανα αυτές τις σκέψεις, όταν με κατάπιε ή πριν; Ή με κατάπιε επειδή έκανα αυτές τι σκέψεις;

Με έναν τρόπο μόνο ξέρω να αγαπώ, στο είπα. Με τον τρόπο που αγαπώ εσένα. Σαν να μην υπάρχεις, σαν να μην υπήρξες ποτέ. Έτσι, δεν έχω να χάσω τίποτα. Είμαι ελεύθερη. Σ’ αγαπώ με την ακινησία του θανάτου. Θα έπρεπε να μου δίνει χαρά αυτό. Τόσο ασφαλής και ακίνδυνη αγάπη. Κι όμως.

Τι θέλεις και κλαις λοιπόν;

Συνδέονται μεταξύ τους τα πράγματα. Εσύ κλαις, εγώ λυγίζω. Ονειρεύεσαι τρυφερά απογεύματα. Ή μήπως ήταν Σάββατο πρωί; Οι φίλοι με λυπούνται που ονειρεύομαι ακόμη. Κάτι μυρίζει εδώ. Μυρίζει εκεί που θα έπρεπε να ευωδιάζει. Πόσες χαμένες λέξεις. Διαφωνίες ή καυγάδες. Πάντως λέξεις στο άπειρο.

Καθισμένοι στην άκρη ενός κρεβατιού. Συγκρούσεις χρόνου. Ύστερα όρθιοι. Ποτέ μόνοι. Ποτέ.

Απέκτησα ζάχαρο, είπε, γιατί η ζωή μου ήταν γεμάτη πίκρα, και αναιμία, γιατί δεν είχα ζωή.

Τα έχασα λίγο. Έπρεπε να της μιλήσω. Θα καθόμουν να της μιλήσω αλλά με φώναζαν. Κι έπειτα με κατάπινε το κενό. Το πουκάμισό σου διπλωμένο, όμορφα όμορφα, όχι από συνήθεια, μα από ανάγκη, δικαίωνε όσα ως τώρα γνώριζα. Δεν μπορούσα να σε αγαπώ παρά μόνον αν γινόταν να σε χάσω. Και τώρα πια δεν γινόταν.

Τι ακίνητο λοιπόν αυτό το κενό. Με κατάπιε με ένα ασύλληπτο βουητό, όσο ασύλληπτος θα αποδεικνυόταν κι ο θάνατος.

* Από την υπό έκδοση συλλογή, Κείμενα μικρά, σχεδόν ανήλικα

Πηγή : diastixo.gr